Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

Το τέλος της ύφεσης εκτός, μικρή παρηγοριά εντός

Share
Σύμφωνα με στοιχεία της Nielsen, το πρώτο εξάμηνο του 2010 η καταναλωτική εμπιστοσύνη παγκοσμίως έφτασε στα υψηλότερα επίπεδα από την έναρξη της κρίσης. Ο σχετικός δείκτης σε παγκόσμιο επίπεδο επανήλθε κοντά στα επίπεδα στα οποία βρισκόταν, πριν την έναρξη της κρίσης το δεύτερο εξάμηνο του 2007.
Η διεθνής οικονομία βγαίνει λοιπόν σιγά-σιγά από την ύφεση και αυτό δεν αφορά πλέον μόνο στις επενδύσεις, που είναι οι πρώτες που κινητοποιούνται στο τέλος ενός οικονομικού κύκλου αλλά και την καταναλωτική δαπάνη, η ανάκαμψη της οποίας συνοδεύει συνήθως την κανονική έξοδο από την κρίση.
Στη δική μας αγορά τα στοιχεία δυστυχώς είναι εντελώς διαφορετικά. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που καταγράφει διψήφια μείωση στον αντίστοιχο δείκτη, ενώ οι καταναλωτές της μειώνουν τις δαπάνες τους και αυξάνουν την αποταμίευσή τους, πριν ακόμα «δαγκώσει» για τα καλά η ύφεση, πριν δηλαδή κορυφωθεί η μείωση εισοδημάτων και η αύξηση της ανεργίας. Τα ευρήματα αυτά είναι βέβαια αναμενόμενα.




Σε μια εποχή που η ελληνική κρίση έχει πυροδοτήσει μια κρίση εμπιστοσύνης σε ολόκληρη την ευρωζώνη την οποία επιχειρούν οι χώρες να κατασβέσουν με αυστηρά μέτρα περιορισμού των ελλειμμάτων, είναι λογικό στη χώρα μας, όπου βρίσκεται και η καρδιά της νέας (δημοσιονομικής) φάσης της ευρωπαϊκής κρίσης, να υπάρχει μεγάλη επιφυλακτικότητα από τους καταναλωτές. Ιδίως με δεδομένο ότι κανείς, ούτε οι ίδιοι οι καταναλωτές, ούτε οι επιχειρήσεις, ούτε οι εξειδικευμένοι διεθνείς αναλυτές, δεν μπορούν να προβλέψουν με βεβαιότητα τη διάρκεια της εγχώριας κρίσης.

Πώς όμως η διεθνής βελτίωση -μικρότερη στην ευρωζώνη λόγω των μέτρων που λαμβάνονται κατά των ελλειμμάτων- θα επηρεάσει τη δική μας χώρα; Υπάρχει ελπίδα η ένταση της ελληνικής κρίσης να μετριαστεί λόγω των θετικών εξελίξεων στην καταναλωτική εμπιστοσύνη διεθνώς, η οποία -όπως προαναφέραμε- είναι από τους ισχυρούς πρόδρομους δείκτες της εισόδου σε μια νέα (ανοδική αυτήν τη φορά) φάση του οικονομικού κύκλου; Η απάντηση εξαρτάται κατ’ εξοχήν από τις δομές της ελληνικής οικονομίας και δεν είναι θετική. Η ελληνική οικονομία, η οποία έχει χαμηλή ανταγωνιστικότητα και αντίστοιχα περιορισμένες εξαγωγές, είναι κυρίως συνδεδεμένη με την Ευρώπη, σε ότι αφορά τον εξωτερικό τομέα. Πάνω από το 50% των εξωτερικών οικονομικών της σχέσεων (εξαγωγές και τουρισμός), αφορά τους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπου η αύξηση της ζήτησης αναμένεται στην καλύτερη περίπτωση ασθενική και όπου το αδύνατο ευρώ δεν αποτελεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Συνεπώς, ενώ θα υπάρξει κάποια θετική επίπτωση, αυτή θα αφορά σε συγκεκριμένους κλάδους και επιχειρήσεις (κυρίως τις μεγάλες διεθνοποιημένες ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες κινήθηκαν την τελευταία δεκαετία εκτός δυτικής Ευρώπης και θα μετάσχουν συνεπώς περισσότερο στα οφέλη της εξω-ευρωπαϊκής ανάκαμψης), και όχι την οικονομία στο σύνολό της. Μόνη σοβαρή εξαίρεση είναι η αυξημένη οικονομική αξιοπιστία των επιχειρήσεων αυτών, η οποία έχει πάντως την αξία της σε μια εποχή που τίποτε (ούτε και οι πληρωμές από παραδοσιακά αξιόπιστους συναλλασσόμενους), δεν είναι πλέον αυτονόητο.

Δυσχερής θα είναι τέλος η θέση του χώρου του Μάρκετινγκ και της Επικοινωνίας, αφού η διάχυση των περιορισμένων ωφελειών από τη διεθνή ανάκαμψη δεν θα έχει σοβαρές επιπτώσεις σε ό,τι αφορά τα καταναλωτικά αγαθά, ούτε θα περάσει εύκολα στο σύνολο της οικονομίας. Δυστυχώς θα ζήσουμε την κρίση μας στην Ελλάδα σχετικά αβοήθητοι από τις όποιες θετικές εξελίξεις στο διεθνές προσκήνιο. Και η κρίση -στην καλύτερη περίπτωση- θα βαθύνει αρκετά πριν αποκατασταθεί ένα στοιχειώδες επίπεδο επενδυτικής πρώτα και αργότερα και καταναλωτικής εμπιστοσύνης.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου